Αγορά κατοικίας ΤΕΛΟΣ για τους Έλληνες!
Αγορά κατοικίας ΤΕΛΟΣ για τους Έλληνες! Έντονα καθοδική πορεία ακολουθούν οι επενδύσεις σε κατοικίες στην Ελλάδα από το τελευταίο τρίμηνο του 2023 και υποχωρούν περισσότερο από 10% για δύο διαδοχικά τρίμηνα, κάτι που αποδίδεται στην πολύ ασθενή ζήτηση από τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο όπου οι τιμές έχουν ενισχυθεί σημαντικά, ενώ παραμένουν υψηλά τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και περιορισμένες οι νέες εκταμιεύσεις.
Το πρώτο τρίμηνο του 2024, όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι επενδύσεις σε κατοικίες (εποχικά διορθωμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σε σταθερές τιμές) μειώθηκαν, σε ετήσια βάση, κατά 14,0%. Οι επενδύσεις σε κατοικίες ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο, στο 1,7%.
Σημειώνεται ότι η «αποκαθήλωση» των επενδύσεων σε κατοικίες άρχισε το τελευταίο τρίμηνο του 2023, όταν καταγράφηκε μείωση κατά 18,9%, ύστερα από μια περίοδο γρήγορης αύξησης, αν και από πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2021, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων σε κατοικίες είχε ξεπεράσει το 27%, το 2022 ήταν πάνω από 33% και το 2023 πάνω από 20%.
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις σε ακίνητα ήταν ο στυλοβάτης της αύξησης των συνολικών επενδύσεων τα προηγούμενα χρόνια και τα στοιχεία ως τώρα δείχνουν ότι δεν ήταν μειωμένες το α’ τρίμηνο του έτους. Όπως σημείωνε η ΤτΕ σε έκθεσή της, η δυναμική της αγοράς οικιστικών ακινήτων κατά το 2023 και τους πρώτους μήνες του 2024 αποτυπώνεται τόσο στα στοιχεία της Golden Visa όσο και σε άλλους συναφείς δείκτες. Ειδικότερα, το α΄ τρίμηνο του 2024 οι καθαρές ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα (στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος) για την αγορά ακινήτων κατέγραψαν θετικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής (4,6%) και ανήλθαν σε 520 εκατ. ευρώ, έναντι 497 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2023.
Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι οι επενδύσεις από τα νοικοκυριά σε κατοικίες είναι εξαιρετικά ασθενείς και πιθανότατα εξηγούν την καθοδική κίνηση των συνολικών επενδύσεων. Ύστερα από μια μεγάλη περίοδο υψηλού πληθωρισμού και ανεβασμένων επιτοκίων, τα νοικοκυριά δεν δείχνουν διάθεση να προχωρήσουν σε επενδύσεις σε κατοικίες.
Όπως σημείωνε το ΙΟΒΕ στην έρευνα οικονομικής συγκυρίας για τον Ιούλιο, «εξασθένιση σημειώθηκε στην πρόθεση για αγορά ή κατασκευή κατοικίας εντός των επόμενων 12 μηνών, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -93,9 (από -90,2) μονάδες, ισοζύγιο επίσης αρκετά χειρότερο από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς δείκτες, καθώς αυτός διαμορφώθηκε στην ΕΕ στις -78,3 (από -78,6) και στην Ευρωζώνη στις -79,6 (από -80,2) μονάδες».
Παράλληλα, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι μόλις «το 2,3% (από 4,5%) των νοικοκυριών εγχωρίως δηλώνει ότι ίσως να προβεί σε αγορά ή κατασκευή κατοικίας τον επόμενο χρόνο».
Άλλωστε, η συνεχής αύξηση των τιμών των κατοικιών τα προηγούμενα χρόνια αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τις αγορές κατοικιών από τα ελληνικά νοικοκυριά. Σύμφωνα με την ΤτΕ, «οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν περαιτέρω το 1ο τρίμηνο του 2024 κατά 10,4% σε ετήσια βάση, μετά από συνεχή αύξηση κατά τη διάρκεια έξι συναπτών ετών, σημειώνοντας σωρευτική αύξηση 66,4% από το 3ο τρίμηνο του 2017 (χαμηλότερο επίπεδο), αν και εξακολουθούν να είναι 4,1% χαμηλότερα σε σύγκριση με την ιστορική κορύφωσή τους το 3ο τρίμηνο του 2008».
Κλειδί για την τόνωση των επενδύσεων σε κατοικίες θα είναι η αύξηση των χορηγήσεων στεγαστικών δανείων. Το πρώτο τετράμηνο του έτους, τα νέα στεγαστικά που χορηγήθηκαν ήταν αυξημένα κατά 38,9%, σύμφωνα με την ΤτΕ, αλλά σε σχέση με το πολύ χαμηλό ποσό που είχε καταγραφεί την ίδια περίοδο του 2023. Τον Ιούνιο του 2024, το συνολικό υπόλοιπο στεγαστικών δανείων που κατέγραψε η ΤτΕ ήταν μόλις 27,4 δισ. και ήταν το χαμηλότερο που καταγράφεται από το 2019, όπου ανατρέχουν τα δημοσιευμένα στοιχεία.
Οι τράπεζες επιχειρούν να τονώσουν τη ζήτηση στεγαστικών δανείων με νέα προγράμματα με χαμηλά επιτόκια εκκίνησης και «ποντάρουν» στις επόμενες μειώσεις από την ΕΚΤ για να μειωθεί περαιτέρω το κόστος δανεισμού. Ωστόσο, η μεγάλη ώθηση αναμένεται να δοθεί στην αγορά από την κυβέρνηση, με την αναμενόμενη εκ νέου ενεργοποίηση του προγράμματος «Σπίτι μου», με νέα κονδύλια 1 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Μακρινό όνειρο η αγορά σπιτιού – Μισθοί 11 ετών για 60 τ.μ. στην Αθήνα
Μία από τις πέντε ακριβότερες πόλεις για την αγορά ακινήτου είναι πλέον η Αθήνα, με βάση την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, κατατάσσεται στην πέμπτη θέση, καθώς απαιτούνται 11 χρόνια προκειμένου ένας εργαζόμενος με έναν μέσο μισθό να αποκτήσει ένα διαμέρισμα 20-30 ετών, επιφανείας 60 τ.μ., δείγμα της κατακόρυφης αύξησης των τιμών πώλησης κατοικιών, ιδίως την τελευταία διετία, τη στιγμή που τα εισοδήματα των νοικοκυριών από την εργασία τους δεν αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό.
Πριν από μόλις τρία χρόνια απαιτούνταν 8,5 χρόνια μισθών για το ίδιο ακίνητο, χρόνος που συμβαδίζει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην κατηγορία Λονδίνου
Χαρακτηριστικό τού πόσο πιο δύσκολη είναι η πρόσβαση στην αγορά κατοικίας για τους Ελληνες είναι ότι πιο ακριβή είναι η απόκτηση ακινήτου μόνο σε Τελ Αβίβ, Παρίσι, Τόκιο και Χονγκ Κονγκ. Την ίδια στιγμή, η Αθήνα βρίσκεται πλέον στο ίδιο επίπεδο με το Λονδίνο, ενώ ξεπερνάει πόλεις όπως το Μόναχο, η Ζυρίχη, η Γενεύη, το Αμστερνταμ, το Βανκούβερ, η Φρανκφούρτη, το Ντουμπάι, το Λος Αντζελες, η Στοκχόλμη και το Μαϊάμι.
Τα παραπάνω προκύπτουν με βάση σχετική ανάλυση της Cerved Property Services, συνδυάζοντας στοιχεία από την «Εργάνη» αλλά και τη UBS. Η έρευνα παρουσιάστηκε χθες στο πλαίσιο του 17ου RED Meeting Point από τον κ. Δημήτρη Ανδρίτσο, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2018 η μέση τιμή πώλησης κατοικίας στην Ελλάδα διαμορφωνόταν σε 175.000 ευρώ, ενώ ο μέσος μηνιαίος μισθός σε 1.071 ευρώ. Εως το 2023 η μέση τιμή πώλησης κατοικίας είχε εκτοξευτεί κατά 57% σε 274.831 ευρώ, ενώ, στον αντίποδα, ο μέσος μισθός το ίδιο διάστημα αυξήθηκε κατά μόλις 19,5%.
Ασφαλώς αποτελεί «κοινό μυστικό» ότι ένα ποσοστό των εισοδημάτων των Ελλήνων υποδηλώνεται, καθώς πάνω από το 50% δηλώνει εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ. Μάλιστα, όπως προκύπτει και με βάση τα στοιχεία από τις δηλώσεις των ελευθέρων επαγγελματιών, το 64% δήλωσε εισοδήματα έως 10.000 ευρώ το 2023, ενώ σχεδόν 1 στους 2 (45%) λιγότερα από 5.000 ευρώ. Επομένως είναι σαφές ότι αρκετά από τα έσοδα δεν δηλώνονται στην εφορία, με αποτέλεσμα να μειώνεται και ο συνολικός μέσος όρος. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι ιδίως οι μισθωτοί έχουν δει την αγοραστική τους δύναμη να υποχωρεί δραματικά, ακόμη και μετά τις πρόσφατες αυξήσεις που έγιναν στους μισθούς.
Αυτό πιστοποιείται και με βάση άλλους δείκτες. Για παράδειγμα, με βάση την τιμή/τ.μ., η αγορά κατοικίας στην Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των φθηνότερων στην Ευρώπη, με κόστος 2.200 ευρώ/τ.μ., όντας ακριβότερη μόνο από τη Λετονία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Η ακριβότερη αγορά είναι αυτή της Ελβετίας, όπου η μέση τιμή/τ.μ. αγγίζει τις 15.000 ευρώ, όμως επειδή και οι μισθοί είναι πολύ υψηλότεροι, εντέλει η αγορά ακινήτου από τους πολίτες είναι πιο προσιτή συγκριτικά με την Ελλάδα και ιδίως την αγορά της Αθήνας.
Ζουν σε σπίτια μικρότερα από αυτά που επιθυμούν
Αρνητική είναι η ψυχολογία που έχει διαμορφωθεί στην κοινή γνώμη αναφορικά με την αγορά κατοικίας αλλά και την οικονομία γενικότερα, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα της Metron Analysis, η οποία πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Update Entertainment με την αρωγή του Συλλόγου Μεσιτών Αθηνών – Αττικής. Σε αυτήν προκύπτει ότι μόλις ένας στους τρεις ερωτηθέντες έχει καταφέρει να αποταμιεύσει χρήματα την τελευταία διετία και κυρίως οι νεότερες ηλικίες έως 44 ετών. Παράλληλα, δύο στους τρεις θεωρούν ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση και το 38% ότι προσωπικά βρίσκεται σε χειρότερη θέση σε σχέση με πριν από ένα χρόνο. Επίσης, το 58% αξιολογεί αρνητικά τη σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας, ενώ το 51% εκφράζει αρνητικές προσδοκίες ως προς τις οικονομικές συνθήκες το επόμενο διάστημα.
Τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και οι ενοικιαστές θα ήθελαν η κατοικία τους να είναι μεγαλύτερη κατά 25 τ.μ.
Μεταξύ όσων ενοικιάζουν (34%), το 37% θεωρεί ότι το ύψος των ενοικίων έχει αυξηθεί πολύ κι ένα πρόσθετο 37% ότι έχει αυξηθεί μεν, αλλά λίγο.
Ωστόσο, οκτώ στους δέκα αναφέρουν ότι η άνοδος των τιμών στην ενοικίαση ακινήτων έχει επιβαρύνει το κόστος ζωής τους, ενώ το 73% θεωρεί ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, σε ποσοστό 40% οι ενοικιαστές αναφέρουν ότι τα ενοίκια είναι υπερτιμημένα, ενώ οι περισσότεροι θεωρούν ότι οι τιμές των ενοικίων δεν ανταποκρίνονται στην αξία των ακινήτων. Αναφορικά, δε, με τα κριτήρια επιλογής ενοικιαζόμενης κατοικίας, φαίνεται να προέχουν η ασφάλεια της περιοχής και το ανακαινισμένο οίκημα. Ιδιαίτερα σημαντικό κρίνεται και το γεγονός ότι παρατηρείται σημαντική απόκλιση ανάμεσα στην επιφάνεια της τρέχουσας και της ιδανικής κατοικίας, δείγμα ότι οι Ελληνες μένουν σε σπίτια που δεν ανταποκρίνονται «στα θέλω τους».
Για τους ενοικιαστές η απόκλιση ανάμεσα στην παρούσα και την ιδανική κατοικία είναι 25 τ.μ., καθώς μένουν σε 69 τ.μ. αντί για 94 τ.μ. που θα ήθελαν, ενώ αντίστοιχη (25 τ.μ.) είναι και η απόκλιση για τους ιδιοκτήτες κατοικιών, που μένουν σε 96 τ.μ. αντί για 121 τ.μ.
Οσον αφορά την αγορά κατοικίας, ένα 70% εκτιμά ότι οι τιμές της αγοράς κατοικιών θα ανέβουν τα επόμενα χρόνια (ποσοστό παραπλήσιο με το 73% που κάνει την ίδια πρόβλεψη για τα ενοίκια). Επίσης, παρότι η αγορά κατοικίας θεωρείται εν γένει μια καλή επένδυση για το 66%, ωστόσο μόνο το 10% τη θεωρεί προσωπικά πολύ πιθανή τα επόμενα πέντε χρόνια.
Ακίνητα: Πόσο κοστίζει το «όνειρο» της αγοράς κατοικίας στην Ευρώπη – Η Ελλάδα
Ως η περιοχή με τις χαμηλότερες τιμές στα ακίνητα στην ήπειρο, αναδεικνύεται η Νοτιοανατολική Ευρώπη, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Deloitte.
Ωστόσο, παρά την οικονομική προσιτότητα αυτών των κατοικιών σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, εξακολουθεί να αποτελεί οικονομική πρόκληση για πολλούς ντόπιους πολίτες να αγοράσουν το δικό τους σπίτι.
Σε όλες τις χώρες που αξιολογήθηκαν στην έκθεση, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατέγραψε τη χαμηλότερη μέση τιμή συναλλαγής για νέες κατοικίες στα 1.315 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ακολουθούμενη από την Ελλάδα και τη Ρουμανία με 1.463 ευρώ και 1.504 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο αντίστοιχα.
Το 2023, το Ισραήλ ήταν και πάλι η ακριβότερη χώρα για τα ακίνητα, με μέση τιμή συναλλαγής 5.439 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η Αυστρία διατήρησε τη θέση της ως η δεύτερη πιο ακριβή αγορά, με τις μέσες τιμές να αγγίζουν τα 4.920 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η Γερμανία δεν έμεινε πολύ πίσω, με τα ακίνητα να διατίθενται κατά μέσο όρο 4.700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Οι νέες αγοραπωλησίες
Η Ουγγαρία γνώρισε τη σημαντικότερη άνοδο των τιμών σε σύγκριση με το 2022, με τις τιμές των νέων αγοραπωλησιών σε σπίτια να αυξάνονται κατά 13,3%. Η Πολωνία και η Πορτογαλία σημείωσαν επίσης σημαντικές αυξήσεις, με τις τιμές να αυξάνονται κατά 12,2% και 11,5% αντίστοιχα.
Όσον αφορά τις πρωτεύουσες, η Βουδαπέστη πρωτοστάτησε με άνοδο 11,2% στις τιμές συναλλαγών. Ακολούθησε η Βαρσοβία με άλμα 9,7%, ενώ το Όσλο, το Βελιγράδι και η Πράγα σημείωσαν πιο μέτριες αυξήσεις 7,2%, 2,9% και 1,8% αντίστοιχα.
Φθηνή αλλά… απρόσιτη η στέγη
Η Deloitte αξιολογεί την οικονομική προσιτότητα εξετάζοντας πόσοι ακαθάριστοι ετήσιοι μισθοί χρειάζονται για την αγορά ενός νέου σπιτιού. Από αυτή την άποψη, η Τσεχική Δημοκρατία είναι η λιγότερο προσιτή χώρα στην Ευρώπη, με τον μέσο πολίτη να χρειάζεται να επενδύσει το ισοδύναμο των 13,3 ετήσιων μισθών για να αγοράσει ένα νέο σπίτι.
Η γειτονική Σλοβακία δεν είναι πλέον η πιο απαιτητική χώρα για την αγορά ενός μέσου νέου σπιτιού. Το 2023, οι Σλοβάκοι πολίτες έπρεπε να ξοδέψουν 12,7 φορές τον μέσο ακαθάριστο ετήσιο μισθό τους για να αντέξουν οικονομικά ένα τυπικό νέο σπίτι, μείωση 1,4 μισθών σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Στη συνέχεια, το Ισραήλ, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία απαιτούν κατά μέσο όρο 10,2 ακαθάριστους ετήσιους μισθούς για να αγοράσουν ένα νέο σπίτι.
Ενώ η Βοσνία είναι μεταξύ των πιο προσιτών χωρών όσον αφορά την τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, οι πολίτες εξακολουθούν να χρειάζονται από έξι έως οκτώ ακαθάριστους ετήσιους μισθούς για να αντέξουν οικονομικά μια νέα κατοικία.
Στη Σερβία και την Κροατία, οι πολίτες πρέπει να εξοικονομήσουν ένα ισοδύναμο οκτώ έως δέκα ακαθάριστους ετήσιους μισθούς για να αντέξουν οικονομικά ένα νέο διαμέρισμα.
Οι αγοραστές κατοικιών στη Ρουμανία, από την άλλη πλευρά, πρέπει να εξοικονομήσουν μόνο ένα ισοδύναμο μεταξύ πέντε και έξι ακαθάριστων ετήσιων μισθών για να μπορέσουν να αγοράσουν ένα νέο σπίτι. Στην Ελλάδα απαιτούνται 6,8 χρόνια…
Τα πιο προσιτά σπίτια
Τα πιο προσιτά ακίνητα βρίσκονται σε δύο από τις πιο εύπορες χώρες της Ευρώπης, τη Νορβηγία και τη Δανία, όπου οι πολίτες χρειάζονται λιγότερο από πέντε ακαθάριστους ετήσιους μισθούς για να αγοράσουν το δικό τους σπίτι.
Η αύξηση των επιτοκίων σε ολόκληρη την Ευρώπη το 2023 έχει κάνει τα στεγαστικά δάνεια λιγότερο προσιτά, ιδιαίτερα για τους αγοραστές για πρώτη φορά. Καθώς οι κεντρικές τράπεζες αύξησαν τα επιτόκια για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε.
«Δεδομένου αυτού, οι κυβερνήσεις έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες για την κατασκευή πιο προσιτών μονάδων και τη ρύθμιση των αγορών ενοικίασης. Οι προσπάθειες διερευνούν επίσης τη χρήση καινοτόμων λύσεων για φθηνότερα οικονομικά προϊόντα, τα οποία θα συμβάλουν στη μείωση του κόστους και στην επιτάχυνση της ανάπτυξης, όπως οι αρθρωτές τεχνικές δόμησης. Περιττό να αναφέρουμε ότι αυτό το ζήτημα είναι ενσωματωμένο με τη συνολική κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη καθώς και τη συνολική σταθερότητα», αναφέρει η έκθεση.
«Ως εκ τούτου, παραμένει προτεραιότητα για όλους τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής καθώς και για τους ηγέτες του κλάδου να διασφαλίσουν ότι υπάρχει επαρκής προσφορά οικονομικά προσιτών κατοικιών».
Ενώ η έκθεση επικεντρώνεται κυρίως στις αγορές ακινήτων, επισημαίνει επίσης ότι η αγορά ενοικίων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αντιμετωπίζει παρόμοιες προκλήσεις προσιτής τιμής.
Ενώ οι τιμές ενοικίασης είναι σημαντικά χαμηλότερες από ό,τι σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης – όπως το Λονδίνο, όπου τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί στα 33,8 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο – τα τοπικά εισοδήματα είναι συχνά ανεπαρκή για να καλύψουν άνετα το κόστος.
Το κόλπο των κατασκευαστών για να νομίζεις οτι ΠΟΥΛΑΝΕ τα πανάκριβα διαμερίσματα

Το κόλπο των κατασκευαστών για να νομίζεις οτι ΠΟΥΛΑΝΕ τα πανάκριβα διαμερίσματα Το κόλπο των απεγνωσμένων κατασκευαστών. Ότι θα ρίξουν στο λούκι Το Κόλπο των κατασκευαστών. Την παγίδα. Πολλούς Αθηναίους να αγοράσουν σπίτι Που έχτισα. Τα τελευταία 3 χρόνια Είναι το εξής: Μέχρι και 13.000€ το τετραγωνικό. Στην περιοχή της Γλυφάδας. Έκανα λοιπόν. Έβαλαν και βάζουν στα άδεια διαμερίσματα κουρτίνες. Στα μπαλκόνια τοποθετούν καθιστικά. Οπότε εσύ περνώντας απ έξω. Να , νομίζεις ότι κατοικούνται; Δες το παράδειγμα

Γλυφάδα (Αίγλη)
1.945.000 €
|
13.142 €/τ.μ.
Δόση δανείου από 7.258,88 €
Υπνοδωμάτια: 3
Μπάνια: 2
WC: 1
Όροφος: 2ος
Κατάσταση: Νεόδμητο
Έτος κατασκευής: 2022
Ενεργειακή Κλάση: Α+
Θέα: Απεριόριστη
Ηλιακός θερμοσίφωνας
Τζάκι
Parking: Ανοιχτό parking
Πόρτα ασφαλείας
Πισίνα
Νυχτερινό ρεύμα
Αυτόνομη θέρμανση με ατομική εγκατάσταση
Μέσο θέρμανσης: Φυσικό αέριο
Γλυφάδα, Κέντρο, Διαμέρισμα Προς Πώληση, 148 τ.μ., Κατάσταση: Καταπληκτική, Όροφος: 2ος, 3 Υ/Δ 1 Κουζίνα/ες, 2 Μπάνιο/α, 1 WC, Θέρμανση: Ατομική – Φυσικό Αέριο, Θέα: Καλή, Έτος κατασκευής: 2022, Ενεργειακό Πιστοποιητικό: Α+, 1 θέση/εις στάθμευσης, Χαρακτηριστικά: Ασανσέρ, Πόρτα Ασφαλείας, Συναγερμός, Τζάκι, Νυχτερινό ρεύμα, Ηλ. Συσκευές, Πολυτελές, Ενδοδαπέδια, Ηλιακός, Πισίνα, Νεόδμητο, Τιμή: 1.945.000€.
Discover more from FreeGossip.gr Lifestyle News
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
