Χαμηλός έως μηδαμινός κίνδυνος φούσκας ακινήτων σε ολή την Ευρώπη
Χαμηλός έως μηδαμινός κίνδυνος φούσκας ακινήτων σε ολή την Ευρώπη Ευρώπη
Η αγορά κατοικίας του Λονδίνου έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας της από το υψηλότερο σημείο όλων των εποχών που κατέγραψε το 2016. Και άλλες μειώσεις επιτοκίων αναμένονται από την Τράπεζα της Αγγλίας, γεγονός που θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη ζήτηση για αγορά κατοικίας, ιδίως από τη στιγμή που τα ενοίκια βρίσκονται επίσης σε ανοδική πορεία. Οι προβλέψεις για την αγορά πρώτης κατοικίας φαίνονται λίγο πιο δυσοίωνες, στις περιπτώσεις που η αβεβαιότητα σχετικά με τα δυσμενή φορολογικά καθεστώτα για τους πλούσιους απειλεί να υπονομεύσει τη ζήτηση σε αυτό το τμήμα της αγοράς.
Μεταξύ 2009 και 2021, η πτώση των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων ενίσχυσε τη ζήτηση για ιδιοκατοικούμενες κατοικίες στη Στοκχόλμη, με αποτέλεσμα οι πραγματικές τιμές των κατοικιών να αυξηθούν κατά περίπου 90%, ξεπερνώντας τα τοπικά εισοδήματα και τα ενοίκια. Η αύξηση των επιτοκίων και η εξασθενημένη τοπική οικονομία προκάλεσαν την κατακόρυφη πτώση της ζήτησης και πυροδότησαν μια απότομη διόρθωση των τιμών. Τα τρία τελευταία χρόνια, οι πραγματικές τιμές μειώθηκαν σχεδόν 30%. Η ζήτηση για ιδιόκτητη κατοικία είναι πιθανό να αυξηθεί και πάλι, καθώς βελτιώνονται οι οικονομικές δυνατότητες.
Οι πραγματικές τιμές των κατοικιών στη Βαρσοβία αυξήθηκαν περίπου 30% το διάστημα μεταξύ 2012 και 2022. Οι ισχυρές προοπτικές απασχόλησης, οι επεκτάσεις του μετρό και τα σύγχρονα συγκροτήματα κατοικιών διατήρησαν την αγορά ελκυστική για τους νέους κατοίκους και τους επενδυτές που αγοράζουν ακίνητα με σκοπό την ενοικίαση. Ένα νέο κυβερνητικό πρόγραμμα επιδότησης προκάλεσε άλλη μια περίοδο αγοραστικής φρενίτιδας το 2023. Ωστόσο, η δυναμική των τιμών είναι πιθανό να επιβραδυνθεί τα επόμενα τρίμηνα.
Τόσο η Φρανκφούρτη όσο και το Μόναχο παρουσίασαν πολύ υψηλό κίνδυνο δημιουργίας στεγαστικής φούσκας μόλις το 2022. Έκτοτε, η άνοδος των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων οδήγησε σε πτώση και τις δύο αγορές, με τις πραγματικές τιμές των κατοικιών να υποχωρούν κατά το ένα πέμπτο από τα αντίστοιχα υψηλά ρεκόρ τους. Τα χαμηλότερα αναμενόμενα επιτόκια σε συνδυασμό με τη χαμηλή προσφορά θα πρέπει να οδηγήσουν σε ανάκαμψη των τιμών.
Οι πραγματικές τιμές αυξήθηκαν στο Παρίσι κατά 30% μεταξύ 2015 και 2020, χάρη στη στήριξη που δέχθηκαν από την πτώση των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων και την ισχυρή διεθνή ζήτηση. Η μετανάστευση, οι περιορισμοί δανεισμού, τα υψηλότερα επιτόκια των ενυπόθηκων δανείων και η αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας περιόρισαν δραστικά τη ζήτηση. Με μείωση κατά 10% προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα, το Παρίσι ήταν η πιο εξασθενημένη ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας μεταξύ όλων των πόλεων που συμμετέχουν στη μελέτη.
Οι τιμές των κατοικιών στο Μιλάνο συνέχισαν να υπερβαίνουν τον εθνικό μέσο όρο. Η εύρωστη οικονομία, τα νέα συγκροτήματα κατοικιών και το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς έχουν υποστηρίξει τη ζήτηση κατοικιών. Παρόλ’ αυτά, σε όρους προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό, οι τιμές και τα ενοίκια παραμένουν στα επίπεδα του 2018.
Αντίθετα, ο έντονος ρυθμός δημιουργίας νοικοκυριών και η επενδυτική ζήτηση ενέτειναν την έλλειψη κατοικιών στη Μαδρίτη. Τα πραγματικά ενοίκια αυξήθηκαν κατά 15% τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα. Και οι πραγματικές τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5% από τα μέσα του 2023 έως τα μέσα του 2024, παρά τις δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης.
Μεταξύ 2012 και 2022, οι πραγματικές τιμές των κατοικιών στο Άμστερνταμ διπλασιάστηκαν, χάνοντας τη σύνδεση με άλλες ολλανδικές περιοχές και την τοπική αγορά ενοικίασης κατοικιών. Η επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης και ο πληθωρισμός έχουν μειώσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την προθυμία τους να αγοράσουν ένα σπίτι. Οι πραγματικές τιμές υποχώρησαν κατά 15% μεταξύ 2022 και 2023. Λόγω, ωστόσο, της περιορισμένης προσφοράς, η αγορά έφτασε γρήγορα στο κατώτατο σημείο και οι τιμές άρχισαν και πάλι να αυξάνονται.
![]()
Τι δείχνει ο δείκτης UBS Global Real Estate Bubble, ο οποίος αναλύει τις τιμές των ακινήτων σε 25 μεγαλουπόλεις ανά τον κόσμο – Ποιες οι «φούσκες» ακινήτων παγκοσμίως – Μαϊάμι και Τόκιο κινδυνεύουν ακόμη
Μειωμένοι είναι φέτος οι κίνδυνοι “φούσκας” στις αγορές ακινήτων παγκοσμίως, σύμφωνα με τον δείκτη UBS Global Real Estate Bubble, ο οποίος αναλύει τις τιμές των οικιστικών ακινήτων σε 25 μεγαλουπόλεις ανά τον κόσμο. Οι πραγματικές τιμές των κατοικιών σε πολλές πόλεις έχουν αγγίξει το κατώτατο επίπεδο, διαπιστώνεται, με βάση τον δείκτη.
Παρόλα αυτά, το Μαϊάμι εμφανίζει τον υψηλότερο κίνδυνο φούσκας μεταξύ των πόλεων που συμμετέχουν στην μελέτη. Υψηλός κίνδυνος φούσκας παρατηρείται επίσης στο Τόκιο και, παρά τη σημαντική μείωση της βαθμολογίας σε σχέση με πέρυσι, στη Ζυρίχη. Ο αυξημένος κίνδυνος δημιουργίας φούσκας ακινήτων είναι εμφανής στο Λος Άντζελες, στο Τορόντο και στη Γενεύη.
Μόνο μέτριος είναι ο κίνδυνος που καταγράφεται στο Άμστερνταμ, στο Σίδνεϊ και στη Βοστόνη. Στην ίδια κατηγορία κινδύνου βρίσκονται, μετά από πολύ ισχυρή μείωση των ανισορροπιών, η Φρανκφούρτη, το Μόναχο, το Τελ Αβίβ και το Χονγκ Κονγκ. Το Βανκούβερ, το Ντουμπάι, η Σιγκαπούρη και η Μαδρίτη συμπληρώνουν αυτήν την ομάδα πόλεων με μέτριο κίνδυνο φούσκας. Το Ντουμπάι κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο ως προς τη βαθμολογία κινδύνου από όλες τις πόλεις που αναλύθηκαν.
Σύμφωνα με τον Δείκτη, χαμηλός κίνδυνος φούσκας ακινήτων είναι εμφανής στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη και στο Σάο Πάολο. Στην Ευρώπη, μετά από περαιτέρω μείωση της βαθμολογίας του δείκτη, το Λονδίνο, το Παρίσι, η Στοκχόλμη και το Μιλάνο εμπίπτουν επίσης σε αυτήν την κατηγορία χαμηλού κινδύνου. Ο κίνδυνος φούσκας στη Βαρσοβία παραμένει επίσης χαμηλός. Το Σάο Πάολο παρουσιάζει τον χαμηλότερο κίνδυνο φούσκας μεταξύ των πόλεων που αναλύθηκαν.
Έκρηξη και κατάρρευση
Οι προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό τιμές των κατοικιών στις πόλεις που αναλύθηκαν είναι σήμερα περίπου 15% χαμηλότερες, κατά μέσο όρο, από ότι στα μέσα του 2022, όταν τα επιτόκια άρχισαν να εκτινάσσονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Claudio Saputelli, Επικεφαλής Τομέα Ακινήτων στη Διεύθυνση Επενδύσεων της UBS Global Wealth Management, δίνει την ακόλουθη εξήγηση: «Οι πόλεις που καταγράφουν τις ισχυρότερες διορθώσεις των τιμών είναι εκείνες που τα προηγούμενα χρόνια εμφάνιζαν υψηλό κίνδυνο φούσκας ακινήτων». Οι πραγματικές τιμές στη Φρανκφούρτη, στο Μόναχο, στη Στοκχόλμη, στο Χονγκ Κονγκ και στο Παρίσι είναι χαμηλότερες κατά 20% ή και περισσότερο από τα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγράψει μετά την πανδημία. Το Βανκούβερ, το Τορόντο και το Άμστερνταμ κατέγραψαν απότομη υποχώρηση των τιμών της τάξης του 10% σε πραγματικούς όρους.
Σε γενικές γραμμές, τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα χαρακτηρίστηκαν από υποτονική αύξηση των τιμών των κατοικιών. Παρόλ’ αυτά, οι ισχυρές διορθώσεις συνεχίστηκαν στο Παρίσι και στο Χονγκ Κονγκ. Αντίθετα, στις περιζήτητες περιοχές του Ντουμπάι και του Μαϊάμι, οι τιμές των κατοικιών σημείωσαν περαιτέρω απότομη άνοδο. Επίσης, σε μερικές πόλεις με έντονη έλλειψη κατοικιών, όπως στο Βανκούβερ, στο Σίδνεϊ και στη Μαδρίτη, οι πραγματικές τιμές αυξήθηκαν 5% και πλέον σε σύγκριση με πέρυσι.
Η έλλειψη στέγασης ως παράγοντας σταθεροποίησης
Κατά μέσο όρο, ένας εξειδικευμένος εργαζόμενος στον τομέα παροχής υπηρεσιών μπορεί να αντέξει οικονομικά 40% λιγότερο χώρο διαβίωσης από ότι το 2021, πριν από την άνοδο των επιτοκίων παγκοσμίως. Τα τρέχοντα επίπεδα τιμών δεν φαίνονται καθόλου βιώσιμα με βάση τα επίπεδα επιτοκίων που επικρατούν στην αγορά, ιδίως σε αγορές με υψηλά ποσοστά ιδιοκτησίας κατοικιών. Παρόλ’ αυτά, η σημαντική επιδείνωση της οικονομικής προσιτότητας δεν προκαλεί απαραίτητα διόρθωση των τιμών.
Η αυξανόμενη έλλειψη κατοικιών, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αύξηση των ενοικίων, συνέβαλε στη σταθεροποίηση πολλών αστικών αγορών κατοικίας. Τα πραγματικά ενοίκια αυξήθηκαν 5% κατά μέσο όρο τα δύο τελευταία χρόνια και ξεπέρασαν την αύξηση του εισοδήματος στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Στις περισσότερες από τις πόλεις που αναλύθηκαν, η αύξηση των ενοικίων επιταχύνθηκε τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα. Καμία ανακούφιση δεν έρχεται από την πλευρά της προσφοράς, καθώς τα υψηλά επιτόκια και το αυξημένο κόστος ανέγερσης έχουν επιβαρύνει σημαντικά την κατασκευή κατοικιών. Τα δύο τελευταία χρόνια, οι οικοδομικές άδειες έχουν μειωθεί στις περισσότερες πόλεις.
Ανακούφιση στον ορίζοντα
Η δυναμική της αγοράς κατοικίας πρόκειται να βελτιωθεί. Η αύξηση των ενοικίων στηρίζει τη ζήτηση για απόκτηση κατοικίας στις αστικές περιοχές. Η μείωση των επιτοκίων θα μετατοπίσει απότομα το πλεονέκτημα του κόστους χρήσης κατοικίας και πάλι προς την αγορά κατοικίας. Οι αγοραστές πρώτης κατοικίας θα επιστρέψουν στην αγορά, όσο η οικονομική προσιτότητα βελτιώνεται. Ο Matthias Holzhey, επικεφαλής συντάκτης της μελέτης της UBS Global Wealth Management, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «Σε πολλές πόλεις, οι πραγματικές τιμές των κατοικιών έχουν αγγίξει το κατώτατο επίπεδο. Οι οικονομικές προοπτικές θα καθορίσουν κατά πάσα πιθανότητα το αν οι τιμές θα εκτοξευθούν και πάλι ή αν θα κινηθούν σε σταθερά πλαίσια».
Ελβετία
Η αγορά ακινήτων για ιδιοκατοίκηση στη Ζυρίχη κοστίζει πλέον σχεδόν 25% περισσότερο από ό,τι κόστιζε πριν από πέντε χρόνια σε πραγματικούς όρους. Τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα παρατηρήθηκε επίσης στη Ζυρίχη μία από τις υψηλότερες αυξήσεις ενοικίων από όλες τις πόλεις που συμμετέχουν στη μελέτη. Το μερίδιο της ιδιοκατοίκησης μειώνεται, καθώς οι νέες πολυκατοικίες συχνά ενοικιάζονται ως ακίνητα που έχουν αγοραστεί προς μίσθωση. Λόγω του πολύ χαμηλού αποθέματος ιδιοκατοικούμενων κατοικιών στη Ζυρίχη, οι εν λόγω κατοικίες θα θεωρούνται αγαθό πολυτελείας όλο και περισσότερο.
Μετά την πανδημία, οι τιμές στη Γενεύη αυξήθηκαν μόλις κατά το ήμισυ σε σχέση με τη Ζυρίχη. Είναι περίπου 10% υψηλότερες σε πραγματικούς όρους από ό,τι ήταν πριν από πέντε χρόνια, αλλά τα τέσσερα τελευταία τρίμηνα παρέμειναν στάσιμες. Πέρυσι, η Γενεύη κατέγραψε την ισχυρότερη πληθυσμιακή αύξηση από το 2015, θέτοντας τέλος σε μια τριετή περίοδο στασιμότητας. Ως εκ τούτου, τα ενοίκια στη Γενεύη αυξήθηκαν πιο απότομα σε σύγκριση με τα εισοδήματα κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων τριμήνων.
