Hit enter after type your search item

Η ελίτ της βιοϊατρικής στηρίζει Ελλάδα | Υγεία-Επικαιρότητα

/
/
img

Μπορεί η Ελλάδα να μπει στον παγκόσμιο χάρτη της βιοϊατρικής έρευνας; Τι ύψους επενδύσεις θα χρειάζονταν για κάτι τέτοιο και πόσο εφικτές είναι σε μια μικρή χώρα; Αν, πράγματι, αυτό συνέβαινε, πώς θα οδηγούσε σε συνέργειες με τη βιομηχανία; Τι θα σήμαινε για την Παιδεία αλλά και την οικονομία μας; Και πώς θα εξασφαλιζόταν η αξιοκρατία; Για όποιον έχει την ευκαιρία να κουβεντιάσει με τον Σπύρο Αρταβάνη-Τσάκωνα, καθηγητή Κυτταρικής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και στο Κολέζ ντε Φρανς, επιστήμονα με θητεία σε μερικά από τα πιο φημισμένα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ, καμιά από αυτές τις ερωτήσεις δεν μένει αναπάντητη. Ο ίδιος έχει όχι μόνο τη γνώση και την εμπειρία όλων των πτυχών της βιοϊατρικής έρευνας αλλά και όραμα για το πώς θα μπορούσε να αποδώσει καρπούς στον τόπο μας. Αλλωστε, το Ιδρυμα Σαντέ, του οποίου ο ίδιος είναι πρόεδρος, κάθε χρόνο αξιολογεί επιστήμονες και τους προσφέρει χρηματική βοήθεια ώστε να αναπτύξουν το ερευνητικό τους έργο στον τομέα της βιοϊατρικής. Απαρέγκλιτος όρος; Η έρευνα να γίνεται στην Ελλάδα.

Ζωτική σημασία

Η πανδημία, εκτός από τα δεινά που εξακολουθεί να προκαλεί, προσφέρει και μια ευκαιρία, υποστηρίζει ο ίδιος. «Ενα από τα πολλά επακόλουθά της είναι πως πολλοί συμπολίτες μας, τους οποίους ουδέποτε στο παρελθόν είχε απασχολήσει η έρευνα στη Βιολογία, αναγνωρίζουν σήμερα πόσο χρήσιμη είναι και, σε τελευταία ανάλυση, πόσο ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τεράστιο σημερινό πρόβλημα δημόσιας υγείας θα λυθεί, αργά ή γρήγορα, μόνο μέσα από εμπεριστατωμένη έρευνα. Ακόμα όμως κι αν ο κορωνοϊός νικηθεί, ένας νέος ιός δεν αποκλείεται να αναδυθεί. Τότε, και πάλι θα ζητήσουμε στήριξη από την επιστήμη και τη βιοϊατρική έρευνα», λέει ο διακεκριμένος επιστήμονας. «Κάτι άλλο που αναδείχθηκε μέσα από την πανδημία», προσθέτει «είναι ότι υπάρχει αξιόπιστη έρευνα, όμως υπάρχει και έρευνα δεύτερης ποιότητας. Ηρθε, λοιπόν, ο καιρός να στηριχθούν προσπάθειες που θα βοηθήσουν την Ελλάδα όχι απλώς να ακολουθήσει την “κούρσα” της διεθνούς βιοϊατρικής έρευνας, αλλά να γίνει ένας από τους ταγούς της. Εχουμε και τη δυνατότητα, και τους ανθρώπους για να το πετύχουμε».

Με αυτή τη σιγουριά, ο κ. Αρταβάνης-Τσάκωνας δημοσιοποιεί μέσω της «Κ» ένα κείμενο με συγκεκριμένες προτάσεις. Δεν είναι μόνος. Τις απόψεις του και την εμπιστοσύνη του στις προοπτικές της χώρας μας συμμερίζεται μια ομάδα από Ελληνες, Ελληνες της διασποράς, αλλά και φιλέλληνες, επιστήμονες και επαγγελματίες με μεγάλη εμπειρία στον ακαδημαϊκό και ερευνητικό χώρο – ανάμεσά τους δύο νομπελίστες.

Το κείμενό του συνυπογράφουν οι: δρ Ντέιβιντ Μπάλτιμορ, καθηγητής Βιολογίας, πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης και του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Καλιφόρνιας, Βραβείο Νομπέλ Ιατρικής 1975· δρ Σίντνεϊ Αλτμαν, καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, Βραβείο Νομπέλ Χημείας 1989·  δρ Ιντιθ Χερντ, καθηγήτρια Επιγενετικής στο Κολέζ ντε Φρανς, γενική διευθύντρια στο Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας·  δρ Τόμας Κιρχάουζεν, καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ·  δρ Βενσάν Κολότ, καθηγητής Επιγενετικής στην Εcole Normal Superieure·  δρ Ντανιέλ Λουβάρ, καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας, πρώην επιστημονικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Κιουρί της Γαλλίας·  δρ Στέλιος Παπαδόπουλος, πρόεδρος Δ.Σ. της εταιρείας βιοτεχνολογίας Biogen και του Ιδρύματος Σαντέ·  δρ Τζον Σεντάτ, καθηγητής Βιοχημείας και Βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Σαν Φρανσίσκο·  Φούλα Τσάπελ, εκτελεστική διευθύντρια του Ιδρύματος Σαντέ. Ιδού τι προτείνουν:

Οι επαναστατικές ανακαλύψεις στη Bιολογία τα τελευταία χρόνια έχουν διαλευκάνει κρίσιμους μηχανισμούς λειτουργίας των ανθρώπινων κυττάρων. Τεχνολογίες, που εξελίσσονται αλματωδώς, περιγράφουν και εξηγούν σε μοριακό επίπεδο νέα βιολογικά φαινόμενα επιτρέποντας τη «μετάφρασή» τους σε θεραπευτικές προσεγγίσεις για θανατηφόρες ασθένειες, μια εξέλιξη που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πριν από λίγα χρόνια.



Ιντιθ Χερντ

Η ανάπτυξη και η εφαρμογή της βιοϊατρικής έρευνας στη Ελλάδα έχουν τεράστια σημασία. Μόνον αν γίνουν σήμερα επενδύσεις στην έρευνα, χρησιμοποιώντας το πνευματικό δυναμικό που υπάρχει ήδη ή που προτίθεται να επιστρέψει στον τόπο μας, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για μια Ελλάδα που θα είναι ανταγωνιστική σε μια κρίσιμη, αν όχι την πρώτιστη, τεχνολογία αιχμής του 21ου αιώνα. Θα δημιουργηθούν οικονομικές ευκαιρίες, οι οποίες είναι μάλλον ανύπαρκτες σήμερα, και θα διασυνδεθούν τα πανεπιστήμια με τα ερευνητικά κέντρα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εξέλιξη της Παιδείας. Τέλος, θα δοθούν έτσι κίνητρα σε ικανούς επιστήμονες, οι οποίοι ολοένα και συχνότερα αναγκάζονται να αναζητήσουν καλύτερη επαγγελματική τύχη στο εξωτερικό, ώστε να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στη χώρα μας.

Το δυναμικό

Η ανάπτυξη της βιοϊατρικής εξαρτάται από επιστήμονες που είναι σε θέση να παράγουν ερευνητικό έργο ποιότητας. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τέτοιο δυναμικό υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα, η οποία θα μπορέσει να γίνει ανταγωνιστική διεθνώς, εφόσον υπάρξει το κατάλληλο πλαίσιο.

Το ότι, πράγματι, υπάρχει σεβαστός αριθμός ελληνικών ερευνητικών ομάδων ποιότητας δεν είναι απλώς ένας αφηρημένος ισχυρισμός. Βασίζεται στην πείρα την οποία έχουμε συσσωρεύσει αξιολογώντας αιτήσεις ερευνητικής χρηματοδότησης. Τις λαμβάνουμε στο Ιδρυμα Σαντέ, που ιδρύθηκε πριν από δύο δεκαετίες. Κάθε χρόνο λαμβάνουμε 70-100 ερευνητικές προτάσεις και από αυτές είμαστε σε θέση να χρηματοδοτήσουμε ένα μικρό ποσοστό, περίπου 10%, ύστερα από αυστηρή αξιολόγηση και φυσικά λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές μας δυνατότητες. Αξίζει να αναφερθεί ότι η αξιολόγηση γίνεται από μια μικρή, διεθνή επιστημονική επιτροπή, που συνεισφέρει εθελοντικώς και τούτη την στιγμή περιλαμβάνει τρεις επιστήμονες βραβευμένους με Νομπέλ.

Στα εννέα χρόνια εφαρμογής του προγράμματος χρηματοδότησης, έχουμε αξιολογήσει περισσότερες από 700 αιτήσεις από όλη την Ελλάδα, αποκτώντας μια εις βάθος εικόνα για τον ορίζοντα της βιοϊατρικής έρευνας στη χώρα. Ενα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των ερευνητικών ομάδων που έχουμε αξιολογήσει έχει μεγάλες δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν αξιοποιούνται πλήρως, λόγω έλλειψης των κατάλληλων προϋποθέσεων και κονδυλίων. Αν υπήρχε η δυνατότητα να υποστηρίξουμε 10-20 από τις υπάρχουσες ερευνητικές ομάδες ανά την Ελλάδα, έπειτα από αυστηρή αξιολόγηση των προτεινόμενων προγραμμάτων τους, είναι βέβαιο ότι θα αλλάζαμε σχεδόν αμέσως τη μορφή της ελληνικής βιοϊατρικής έρευνας και συγχρόνως θα βάζαμε γερά θεμέλια για το μέλλον.



Σίντνεϊ Αλτμαν

Βασιζόμενοι στην εμπειρία μας και στα διεθνή παραδείγματα, θεωρούμε ότι κάθε ερευνητικό πρόγραμμα που θα επιλεγεί θα χρειαστεί πενταετή χρηματοδότηση της τάξεως των 200.000 ευρώ ετησίως, με την ανανέωσή της να βασίζεται σε τακτικές εκθέσεις προόδου. Συνοπτικά υπολογίζουμε ότι χρειάζονται 2-4 εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για να εφαρμοστεί μια τέτοια πρόταση. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια μάλλον ταπεινή επένδυση, σε σύγκριση με τον τεράστιο αντίκτυπο που θα έχει μια τέτοια πρωτοβουλία.

Η βιομηχανία

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιοϊατρική έρευνα θα μπορούσε να επωφεληθεί από τη φαρμακευτική και τη βιοτεχνολογική βιομηχανία: να «μεταφραστεί» σε φαρμακευτικά προϊόντα και θεραπευτικές μεθόδους, προσελκύοντας έτσι κεφάλαια από τη βιομηχανία, τα οποία θα χρηματοδοτήσουν άμεσα συγκεκριμένα ερευνητικά προγράμματα. Αυτό θα ήταν πολύ χρήσιμο. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε σε κανενός είδους αναγκαστικά κατευθυνόμενης έρευνας – κάτι καθόλου επιθυμητό αλλά ούτε και εφαρμόσιμο κατά τη γνώμη μας.

Μια μακροχρόνια σχέση με τη βιομηχανία δεν μπορεί να βασιστεί σε ένα εποχιακό προϊόν ή μόνο σε μία μέθοδο ή ακόμα και ασθένεια. Μια διαχρονική και επικερδής για όλους σχέση εξαρτάται από μια μοναδική παράμετρο: τη διεθνώς αναγνωρισμένη ερευνητική ποιότητα. Δεν υπάρχει «ελληνική» βιοϊατρική έρευνα, υπάρχει έρευνα ανταγωνιστική και μη ανταγωνιστική. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να «παραγγείλουμε» ούτε στην Ελλάδα, ούτε οπουδήποτε αλλού, θεραπεία για μια θανατηφόρο νόσο. Ενα νέο φάρμακο θα γεννηθεί μέσα από τα αποτελέσματα μιας ποιοτικής έρευνας και στη συνέχεια θα υποβληθεί σε πολυετείς κλινικές μελέτες. Το πρόγραμμα χρηματοδότησης που προτείνουμε θα δημιουργήσει αυτό το αναγκαίο πλαίσιο το οποίο θα ανοίξει τον δρόμο για τέτοιες σημαντικές ανακαλύψεις.



Τόμας Κιρχάουζεν

Υποστηρίζοντας ερευνητικές ομάδες με αποδεδειγμένο έργο και με τα εχέγγυα για μια εξίσου καλή συνέχεια, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα τα εξελιγμένα ερευνητικά ιδρύματα και πανεπιστήμια των προηγμένων χωρών, θα δημιουργήσουμε το εφαλτήριο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να διαπρέψει σε μία από τις κορυφαίες τεχνολογίες αιχμής, εκμεταλλευόμενη τις υπάρχουσες υποδομές. Πρέπει δε να τονίσουμε ότι η υποστήριξη της αριστείας, σε ό,τι αφορά την έρευνα, στα δημόσια ιδρύματα και πανεπιστήμια θα έχει γενικότερες προεκτάσεις στη βελτίωση της παρεχόμενης παιδείας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλο τον κόσμο τα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι ταυτισμένα με έρευνα στο υψηλότατο επίπεδο.

Χαρτογράφηση



Στέλιος Παπαδόπουλος

Η πρότασή μας, εφόσον εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κεφάλαια, θα στηριχθεί σε τέσσερις πυλώνες.

1. Πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για πενταετή ερευνητικά προγράμματα.

2. Αξιολόγηση από διεθνή επιτροπή αδιαμφισβήτητης επιστημονικής βαρύτητας, ανάλογη με εκείνη του Ιδρύματος Σαντέ, η οποία θα κρίνει και την ετήσια πρόοδο κάθε ομάδας που θα χρηματοδοτείται.

3. Δεδομένων των περιορισμένων δυνατοτήτων που υπάρχουν στην Ελλάδα, η επιτροπή θα υποβοηθά και θα υποδεικνύει συνεργασίες μεταξύ ομάδων και ερευνητικών κέντρων του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού, συμβάλλοντας όχι μόνο σε επιστημονικές συνέργειες, αλλά και στην ορθολογική οικονομική διαχείριση τυχόν επενδύσεων.



Ντανιέλ Λουβάρ

4. Τα αποτελέσματα από ερευνητικές κατευθύνσεις που θα οδηγούν σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι αυτά που θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον της βιομηχανίας και, ενδεχομένως, δημιουργήσουν ευκαιρίες χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα. Το να αναγνωρίσει κανείς τέτοιες δυνατότητες δεν είναι εύκολο. Απαιτείται συγχρόνως επιστημονική και νομική γνώση, αλλά και επαρκής εποπτεία της αγοράς. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει υποστήριξη από μια μικρή ομάδα ειδικών που θα επισκέπτονται και θα αξιολογούν τα ερευνητικά ιδρύματα και θα δίνουν τις συμβουλές τους για τα ερευνητικά προγράμματα υπό το πρίσμα των θεμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το πρόγραμμα



Ντέιβιντ Μπάλτιμορ

Παρά το «ανατρεπτικό» αποτέλεσμα το οποίο θα έχει η εφαρμογή του προγράμματος που προτείνουμε, το κόστος δεν είναι υπέρογκο. Ενα ετήσιο κονδύλι της τάξεως των 2-4 εκατ. ευρώ, για ένα πενταετές πρόγραμμα, αποτελεί πραγματοποιήσιμο στόχο. Εκτός από τη δυνατότητα κρατικής βοήθειας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας είναι σε θέση να συνεισφέρει σημαντικά. Μια τέτοια επένδυση στην έρευνα είναι πολύ πιθανό, εν καιρώ, να καταλήξει σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας μέσω των οποίων η περαιτέρω χρηματοδότηση ή επέκταση του προγράμματος θα είναι εφικτές.

Το Ιδρυμα Σαντέ δεν έχει τέτοια οικονομική δυνατότητα. Διαθέτουμε όμως τη γνώση και το πρακτικό πλαίσιο για να αναλάβουμε και να προσφέρουμε, αμισθί βεβαίως, τη διαχείριση μιας τέτοιας προσπάθειας. Είμαστε μια ομάδα από Ελληνες, Ελληνες της διασποράς, αλλά και φιλέλληνες, επιστήμονες και επαγγελματίες με μεγάλη εμπειρία στον ακαδημαϊκό και ερευνητικό χώρο, καθώς και στον χώρο της βιοτεχνολογίας και της φαρμακοβιομηχανίας. Μας ενδιαφέρει να υποστηρίξουμε μια προσπάθεια, η οποία δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι θα δώσει στην Ελλάδα την ώθηση ώστε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτό το κρίσιμο επιστημονικό πεδίο.

  • Facebook
  • Twitter
  • Linkedin
  • Pinterest

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

This div height required for enabling the sticky sidebar
Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views : Ad Clicks : Ad Views :