Ο εύθραυστος κόσμος της οδού Προνοίας | Πόλη
Τμήμα της ατμοσφαιρικής οδού Προνοίας στην Ακαδημία Πλάτωνος. (ΦΩΤ.ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)
Αξίζει να δει κανείς τη μικρή οδό Προνοίας όπως είναι σήμερα. Ενας δρόμος μια σταλιά, φορτωμένος με ένα σταυρό. Εδώ, σε αυτά τα λίγα μέτρα ένιωσα γυμνός και έκθετος απέναντι στο θαύμα του πρωτογενούς κλασικισμού σε ένα φτωχό δρόμο μιας ξεχασμένης γειτονιάς. Εβλεπα τα ετοιμόρροπα σπίτια στη σειρά, κορνίζα προσόψεων του 1900, με τα αγκωνάρια σε κοινή θέα, με τα ακροκέραμα θρυμματισμένα στέμματα από πηλό, με τραβηγμένους τους θριγκούς στον σοβά, με τα ψηλά, βαθιά παραθύρια ώς κάτω στον δρόμο, κλειστά και διπλομανταλωμένα. Υπήρχε μια ένταση. Προς στιγμήν αισθάνθηκα μέρος ενός σκηνικού, μιας πηγαίας σκηνογραφίας, μέσα στην οποία το βλέμμα μου ήταν παρείσακτο και πιθανώς ανεπιθύμητο. Ενιωθα ότι η παρουσία μου δεν ήταν παντελώς απαρατήρητη. Καρότσια από σούπερ μάρκετ έβοσκαν στον έρημο δρόμο, λουσμένος στο φως του μεσημεριανού ήλιου… Κουτιά, σπάγγοι, σκούπες, εργαλεία, σακούλες, καρέκλες, κουβάδες, τραπέζια, ήταν το σκηνικό μιας παράστασης που παιζόταν σε απρόβλεπτες ώρες. Υπήρχε ζωή, απλώς εκείνη την ώρα ήταν σε απόσυρση. Ακουγα μόνο τον σοβά να σκάει στον ήλιο σαν κουκουνάρι. Νόμιζα ότι άκουσα το κοριτσάκι που είχα αφήσει στη γωνία. Η φωνή του, με ηχώ, είχε γίνει μέρος μιας γενικής ψευδαίσθησης. Eνα μηχανάκι χάθηκε προς τη λεωφόρο.
Σκέφτηκα πως η μικρή οδός Προνοίας μου έκανε ένα δώρο. Το δεχόμουν σαν πρόσφορο, αντίδωρο μιας περιπλάνησης στην ευρύτερη ακτίνα της. Είχα έρθει διψασμένος για λάφυρα και αυτό το λαγούμι της λαϊκής ζωής με τα ερειπωμένα νεοκλασικά σπιτάκια ήταν ένα σεντούκι με χρυσές λίρες. Τα σπίτια αποκαλύπτονταν στη σειρά σαν τσαρουχικά κτερίσματα άλλοτε φωτισμένα με μακρές σκιές, κι άλλοτε σκοτεινιασμένα με μπλαβί σοβάδες, ερεβώδη στην ερείπωσή τους, με δαιδαλώδη σπήλαια για δωμάτια και βαθιές δεξαμενές για θεμέλια. Μου αποκάλυπταν μια Αθήνα πετρωμένη στον χρόνο, βουτηγμένη σε παραισθησιογόνο βάμμα.
Και ήταν τόσο μικρή η οδός Προνοίας που δεν τη χόρτασα. Στοίχειωσε όμως τη φαντασία μου και γαντζώθηκε με την επιθυμία να ζήσει. Κράτησα τις φτερωτές λάμψεις της, θυμήθηκα τις αινιγματικές σιωπές της.
