Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Νίκος Καρβέλας – Άννα Βίσση: Η δική μου άποψη (και γιατί η ψυχανάλυση των ημερών έγινε γελοία)

Νίκος Καρβέλας - Άννα Βίσση: Η δική μου άποψη (και γιατί η ψυχανάλυση των ημερών έγινε γελοία)

Παρακολουθώ αυτό το θέμα τις τελευταίες ημέρες και βλέπω πολλούς να κάνουν ένα τεράστιο σφάλμα. Ή μάλλον, για να είμαι ειλικρινής, κάνουν κάτι τελείως γελοίο: προσπαθούν να προδικάσουν την κατάληξη αυτής της ιστορίας, να μαντέψουν το μέλλον, να αποθεώνουν και, βασικά, να κάνουν φτηνή ψυχανάλυση.

Θα μου πείτε, «και εσύ, ρε γάτα, το ίδιο δεν πας να κάνεις τώρα;».

Όχι. Δεν θέλω ούτε να προβλέψω τίποτα, ούτε να ψυχαναλύσω κανέναν. Θα πω όμως κι εγώ τη δική μου άποψη. Μια άποψη που πηγάζει από την προσωπική και επαγγελματική μου εμπειρία. Τους έχω ζήσει, έστω και λίγο. Έχω μιλήσει ελάχιστες φορές μαζί τους, αλλά επί πολλά χρόνια παρακολουθώ στενά τη ζωή και τις δηλώσεις τους λόγω επαγγέλματος – σίγουρα περισσότερο από πολλούς άλλους που βγαίνουν σήμερα και έχουν γνώμη για τα πάντα.

Η έπαρση του Νίκου Καρβέλα και η παγίδα της τηλεόρασης

Αυτό που βλέπετε συνήθως να κάνει ο Νίκος Καρβέλας στην τηλεόραση, είναι να εξαιρεί τον εαυτό του από τους υπόλοιπους. Αυτοεπαίρεται μέχρι ένα σημείο που κανένας άλλος στην ελληνική showbiz δεν το κάνει. Αυτό μπορεί να είναι μια δική του, συνειδητή τεχνική. Πολλές φορές, όμως, αυτή η στάση τον έχει εκθέσει ανεπανόρθωτα.

Η ημέρα που ο Καρβέλας έχασε τον έλεγχο στον αέρα

Θυμηθείτε, για παράδειγμα, το επικό σκηνικό του παρελθόντος με τον Μένιο Φουρθιώτη, όταν ο Καρβέλας ήταν στην κριτική επιτροπή εκείνου του live show με ταλέντα. Όταν ο Φουρθιώτης του έκανε μια παρατήρηση, ο Καρβέλας κατάλαβε ότι τον «ψάρωσε». Αντί να το διαχειριστεί ψύχραιμα, το τράβηξε στα άκρα.

«Ζήτα συγγνώμη τώρα, ζήτα συγγνώμη!», απαιτούσε στον αέρα.

Έχασε τόσο πολύ τον έλεγχο από την ένταση που ένιωθε μέσα του, που κατέληξε να τσακώνεται live στην τηλεόραση. Αυτό δεν είναι ερμηνεία δική μου, είναι τα γεγονότα που είδαμε όλοι. Ε, αυτό το σκηνικό δεν το λες και «στοιχείο νίκης». Δεν αποτελεί ούτε παράσημο ούτε μετάλλιο για έναν άνθρωπο που επιμένει συνεχώς να διατυμπανίζει την εξυπνάδα και την ευφυΐα του.

«Υπάρχουν σοβαρότερα θέματα να ασχοληθούμε»: Μια άποψη με την οποία διαφωνώ κάθετα

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ακόμα κι αν κάποιος δεν θέλει καθόλου να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι πλέον αδύνατον να το αποφύγει. Το διαδίκτυο έχει πλημμυρίσει από βίντεο και κείμενα γεμάτα αναλύσεις για τη Βίσση και τον Καρβέλα. Και μεταξύ μας, λογικό είναι. Ο κόσμος γουστάρει να αναλώνεται με αυτά τα θέματα.

Εδώ, όμως, θέλω να υπογραμμίσω και να σχολιάσω μια συγκεκριμένη άποψη που ακούω και διαβάζω συνεχώς τις τελευταίες ημέρες: «Μα καλά, ασχολούμαστε με αυτό το θέμα τη στιγμή που υπάρχουν τόσα άλλα, πολύ σοβαρότερα προβλήματα γύρω μας;».

Θα διαφωνήσω κάθετα με αυτή τη λογική.

Τo lifestyle ως το απαραίτητο «Time Out» της καθημερινότητας

Αυτές οι συζητήσεις, όσο «ρηχές» κι αν φαίνονται σε κάποιους, είναι στην πραγματικότητα πολύ αναγκαίες. Λειτουργούν ως ένα είδος διασκέδασης και αποφόρτισης. Είναι ακριβώς όπως το να κάθεσαι στον καναπέ σου για να παρακολουθήσεις έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Χαλαρώνεις, βλέποντας για λίγο τα προβλήματα, τις κόντρες και τα δράματα των άλλων. Κάνεις, δηλαδή, ένα απαραίτητο time out από τη δική σου, δύσκολη καθημερινότητα.

Θα μου πείτε τώρα: «Καλά, δεν το ξέρουμε ήδη όλοι αυτό;». Εντάξει, το ξέρετε. Απλά σας το θυμίζω κι εγώ, γιατί καλό είναι να μην ενοχοποιούμε την ανάγκη μας να ξεδώσουμε με λίγο gossip.

Ποιος φταίει τελικά για το δημόσιο «πλακωμό» Βίσση – Καρβέλα;

Πέρα όμως από τις αναλύσεις της τηλεόρασης, υπάρχει ένα βασικό ερώτημα που κανείς δεν αγγίζει: Ποιος φταίει τελικά για αυτό το πρόβλημα και ποιες είναι οι πραγματικές συνέπειες που θα αντιμετωπισουν και οι δύο;

Ας κάτσουμε να μετρήσουμε τις συνέπειες, ξεκινώντας από την Άννα Βίσση.

Η Βίσση πλέον αντιμετωπίζει ένα τεράστιο, πρακτικό πρόβλημα για το αν θα μπορεί να τραγουδάει στο μέλλον τα ίδια της τα τραγούδια. Από τη μία, εκείνη θα υποστηρίζει: «Μα τα τραγουδάω εδώ και 50 χρόνια, είναι δικά μου!». Από την άλλη, ο Καρβέλας θα ανταπαντά: «Ναι, αλλά εγώ τα έγραψα. Κι αν δεν τα είχα γράψει εγώ, δεν θα είχες αυτά τα κομμάτια για να τραγουδήσεις».

Το μεγάλο «αν» της επιτυχίας: Θα ήταν η Βίσση αυτή που είναι χωρίς τον Καρβέλα;

Φυσικά, η πλευρά της Βίσση θα μπορούσε να πει: «Μα αν δεν ήσουν εσύ, θα τραγουδούσα άλλα κομμάτια, άλλων συνθετών».

Εδώ όμως κρύβεται η παγίδα. Άλλο είναι να λες θεωρητικά ότι θα έκανες εξίσου μεγάλες επιτυχίες με κάποιον άλλον, και άλλο να τις έχεις κάνει στην πράξη. Η πραγματικότητα είναι μία: διάλεξες να πάρεις τραγούδια από τον Καρβέλα και με αυτά ταυτίστηκες.

Μέσα από αυτή την κόντρα αποδεικνύεται για ακόμα μία φορά κάτι πολύ βαθύ: το πόσο έντονα υποβόσκει πάντα το «εγώ», πίσω και κάτω από ένα ιδεατό «εμείς». Όταν οι ισορροπίες χαλάνε, το «εμείς» εξαφανίζεται και μένουν μόνο οι εγωισμοί να συγκρούονται.

Όταν το όνειρο διαλύεται στα 70: Το «μικρόβιο» που τρώει τις σχέσεις

Δεν ξέρω αν εσείς στεναχωριέστε με όλο αυτό ή αν σας αφήνει παγερά αδιάφορους. Προσωπικά, ναι, θα προτιμούσα να μην ήταν έτσι τα πράγματα. Θα προτιμούσα να ίσχυε αυτό που ονειρεύονται κάποιοι άνθρωποι – γιατί κάποιοι άλλοι δεν το ονειρεύονται καν, κοιτάνε πάντα το «εγώ» τους, το προβάλλουν και το λένε ανοιχτά, δεν το κρύβουν.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που θέλουν να ζουν σε μια «ονειρική» πραγματικότητα. Που θέλουν η σχέση τους να είναι ιδανική, να ισχύει, και χτίζουν την ευτυχία τους και την ψυχική τους ηρεμία πάνω στο ότι πράγματι ζουν με κάποιον άλλον και είναι τα πάντα ο ένας για τον άλλον, άδολα.

Τελικά αποδεικνύεται ότι αυτό το «μικροβιάκι» είναι πάντα εκεί, έτοιμο. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι η αλήθεια, αλλά η σκέψη του «μήπως ο άλλος με ρίχνει;» είναι εκεί και τρώει, τρώει, τρώει τα σωθικά της σχέσης. Και κάποιες φορές –συνήθως τις περισσότερες– καταφέρνει, σκάει μύτη και σου διαλύει τα πάντα. Και στα διαλύει μετά από χρόνια, σε πολύ μεγάλη ηλικία.

Όταν σου συμβαίνει στα 20 και στα 30 σου, θεωρείς ότι ήταν μια ατυχία, μια σύμπτωση, επιμένεις και πας για το επόμενο όνειρο. Όταν όμως σου συμβαίνει στα 72 ή στα 73 σου, λες, για μία ακόμη φορά: «Έτσι είναι η ζωή και ποιος μπορεί να την αλλάξει…».

Νίκος Καρβέλας: Ένας αιώνιος έφηβος παγιδευμένος στο υπερεγώ του

Συνεχίζω όμως τις βαθιές αναλύσεις για λίγο ακόμα, μέχρι να κουραστώ κι εγώ από αυτό το κείμενο. Αλλά πραγματικά, αυτά τα σχεδόν 30 χρόνια που παρατηρώ πώς κινείται και πώς φέρεται ο Νίκος Καρβέλας (αλλά και άλλοι διάσημοι της εγχώριας showbiz), μπορώ να πω ότι είναι ταυτόχρονα κουραστικό και διασκεδαστικό όσες φορές τον πετυχαίνω να μιλάει δημόσια. Αυτή η昔τρατηγική του δεν αλλάζει με τίποτα.

Τώρα που τα βάζω κάτω και τα μετράω, αυτή η εικόνα –γιατί δεν είναι απλά μια άποψη, είναι η εικόνα από όσα έχω δει όλα αυτά τα χρόνια– με οδηγεί στο εξής: όλο αυτό κρύβει ένα βαθύτατο άγχος. Μια βαθύτατη πίεση και ανάγκη, που πρέπει να τον πλακώνει απίστευτα.

Είναι απορίας άξιο πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο: από τη μία σίγουρα θα τον πεις ευφυή, αλλά από την άλλη βλέπεις μια τεράστια, κουραστική ανάγκη. Το μόνο που ξέρει να κάνει πρώτα απ’ όλα και σε κάθε του συνέντευξη, είναι να έχει το άγχος να σε σοκάρει. Να σου υπενθυμίσει με το ζόρι: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;». Αν εμπιστεύεσαι πραγματικά τον εαυτό σου, ξέρεις ποιος είσαι και δεν χρειάζεται να αυτοδιαφημίζεσαι. Εκείνος, όμως, δεν έχει διαψεύσει ποτέ τον εαυτό του: πάντα βλέπουμε ξανά και ξανά το ίδιο στυλ, το ίδιο «εγώ» και το ίδιο άγχος να μας πει πόσο σπουδαίος είναι.

Ακολουθήστε το χρήμα: Το παρασκήνιο πίσω από τις μυθικές συναυλίες και τα έξοδα

Πάμε στα χρήματα τώρα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη αστυνομική διαίσθηση ή να είσαι κανένας δαιμόνιος ντετέκτιβ για να καταλάβεις το αυτονόητο, το εξόφθαλμο. Αυτός ο τεράστιος θόρυβος που έγινε για τη δικαστική διαμάχη και τη συναυλία, οδήγησε μοιραία στο να πάει τελικά η Άννα Βίσση στο σπίτι του. Διότι αν υπήρχε σιωπή, τι να σκεφτώ; Τόσα χρόνια δεν είχε πάει. Πώς έτυχε χρονικά να πάει τώρα, ακριβώς μέσα στον χαμό;

Ας πάμε όμως στην αναβίωση των γεγονότων, για να ερμηνεύσουμε αυτό που κανένας άλλος δημοσιογράφος δεν τολμά να αγγίξει.

Μιλάμε για τρεις τεράστιες συναυλίες, πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα. Είτε μιλάμε για Ελληνίδα καλλιτέχνιδα, είτε για άντρα καλλιτέχνη, δεν υπάρχει προηγούμενο ανάλογο στην ιστορία. Αναφέρομαι στις δύο πρώτες εμφανίσεις, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, στο Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο) και τη φετινή στο Ολυμπιακό Στάδιο (ΟΑΚΑ).

Στις δύο πρώτες συναυλίες δεν αναφέρθηκαν καν τα ποσά. Κανένας δημοσιογράφος δεν μπήκε στη διαδικασία να ψάξει και να γράψει την αλήθεια.

Τα μαθηματικά της… ζημιάς: Εισιτήρια, μπαλέτα και το «πλην» του ενός εκατομμυρίου

Ξαναλέω, πρέπει να είσαι δαιμόνιος ρεπόρτερ για να καταλάβεις το εξόφθαλμο; Τα εισιτήρια και οι τιμές τους ήταν γνωστές. Ο αριθμός των θεατών που βρέθηκε εκεί πάνω-κάτω γνωστός, γιατί όλοι μπορούσαν να τον υπολογίσουν αν είχαν τη διάθεση. Άρα, πολλαπλασιάζοντας κατά προσέγγιση τον αριθμό των θεατών με τον μέσο όρο τιμής των εισιτηρίων, πολύ εύκολα έβγαζες αυτό το τεράστιο ποσό των εσόδων.

Μεγάλη μαγκιά της που μάζεψε τόσο κόσμο και έβγαλε τόσα χρήματα! Δεν τα πήρε από κανέναν, οι θεατές της τα δώσανε με μεγάλη χαρά.

Και ξαφνικά, μέσα από δημοσιεύματα συναδέλφων δημοσιογράφων –γιατί τη Βίσση δεν την ακούσαμε να δηλώνει τίποτα, οπότε δεν φέρει καμία ευθύνη για αυτά– ανακαλύπτεις το παράδοξο. Ότι αυτά που κατέβαιναν από τον ουρανό, τα μπαλέτα, οι τεχνικοί και τα τεχνικά μέσα που χρειάστηκαν για αυτή τη φαραωνική παραγωγή, κόστισαν πάνω από 8 ή 9 εκατομμύρια ευρώ! Και πως η «κακομοίρα» (εκεί μας παρέπεμπαν τα δημοσιεύματα) μπήκε και 1 εκατομμύριο μέσα!

Και κάνω μια ρητορική ερώτηση: Βγαίνοντας με μείον στο ταμείο, φαντάζομαι δεν χρειάζεται να φορολογηθείς για κέρδη, σωστά; Αλλά το κυριότερο: φαντάζομαι πως δεν χρειάζεται πλέον να δώσεις και στον Καρβέλα όλα αυτά τα υπέρογκα ποσά που σου ζητούσε πριν από τη συναυλία. Έτσι κι αλλιώς, αυτό δεν το είπανε δημόσια. Πάει ο άλλος να ζητήσει παραπάνω λεφτά (όπως διαβάσαμε) και του λένε: «Α, ξέρετε, μπήκαμε και μέσα… Πάρτε τα φράγκα μας!».

Το Συμπέρασμα: Η Αγάπη, το Υπερεγώ και το Κοινό Συμφέρον

Τι αποδεικνύεται, λοιπόν, για μία ακόμα φορά από αυτή την ιστορία; Σε μια σχέση τόσων πολλών χρόνων, προφανώς υπήρχε και υπάρχει αγάπη. Με τη δική μου ψυχολογία και κοσμοθεωρία, δεν μπορώ καν να διανοηθώ ή να δεχτώ ότι δεν υπήρχε αληθινή αγάπη ανάμεσά τους.

Προφανώς, όμως, δίπλα σε αυτή την αγάπη υπήρχε πάντα και ένας τεράστιος εχθρός της: το «εγώ» και των δύο. Και μαζί με το εγώ, η καχυποψία. Αυτό το μικρόβιο που σε κάνει πάντα να αναρωτιέσαι: «Ρε μήπως ο άλλος δεν είναι τόσο καλός και τόσο δίκαιος απέναντί μου; Μήπως με ρίχνει;».

Ταυτόχρονα όμως –πριν από την αγάπη, μετά την αγάπη, περισσότερο ή λιγότερο από αυτήν– υπήρχε πάντα το απίστευτο, αμοιβαίο συμφέρον αυτών των δύο ανθρώπων να συνυπάρχουν. Να συνυπάρχουν με όλους τους τρόπους, αλλά κυρίως καλλιτεχνικά. Η Άννα Βίσση και ο Νίκος Καρβέλας ήταν και παραμένουν άρρηκτα δεμένοι, επειδή μαζί «γεννήθηκαν» καλλιτεχνικά, μαζί πέτυχαν στη δουλειά τους και μαζί κατάφεραν να κατακτήσουν όλα όσα ονειρεύτηκαν.

Μια ευχή από τα βάθη της καρδιάς: Γιατί αυτή η ιστορία πρέπει να έχει Happy End

Φυσικά, το τέλος και των δύο εύχομαι και ελπίζω να μην υπάρξει ποτέ. Είναι μια ευχή που βγάζω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου. Μιλώντας όμως με βάση τις ανθρώπινες συνήθειες και τα στατιστικά, το ερώτημα δεν είναι βιολογικό –απεύχομαι οτιδήποτε κακό– αλλά καλλιτεχνικό: Οι καριέρες τελικά πόσο κρατάνε;

Όταν ο Καρβέλας στα 72 με 74 του χρόνια και η Άννα σε κοντινή ηλικία, φτάνουν μετά από τόσες δεκαετίες κοινής πορείας να «πλακωθούν» δημόσια, το πράγμα σοκάρει. Φανταστείτε, δεν άντεξαν να το κρατήσουν κρυφό ούτε καν μεταξύ τους.

Και κάπου εδώ κάνω μια υπόθεση: αυτό το σκηνικό βγήκε στη φόρα δημόσια, επειδή η ίδια η δημόσια έκθεση χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός πίεσης. Ειδικά ο Καρβέλας, νιώθοντας την πίεση, θεώρησε ότι κάνοντας το θέμα δημόσιο, θα μπορούσε να πιέσει την άλλη πλευρά σε μια μορφή άμυνας ή επίθεσης.

Όταν όμως ένας τόσο τεράστιος κύκλος ζωής καταλήγει στο αρνητικό αντί για το θετικό, μένει μια πικρία. Εύχομαι ολόψυχα αυτή η δημόσια κόντρα να μην είναι η τελευταία κοινή τους στιγμή. Αυτή η ιστορία δεν πρέπει να τελειώσει με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει να πάει παρακάτω και, αργότερα, να γραφτεί ένα τελευταίο επεισόδιο με απόλυτο happy end και απόλυτο μόνιασμα.

Αλλά αυτή τη στιγμή, που είναι η έσχατη χρονική στιγμή, καταλήγουμε σε ένα πολύ συγκεκριμένο και σκληρό συμπέρασμα: ότι το κακό σενάριο υπερισχύει του καλού τις περισσότερες φορές, αποδεικνύοντας ότι το αρνητικό σενάριο κρύβεται σχεδόν πάντα πίσω από την κουρτίνα.

Η μεγάλη αλήθεια: Γιατί γράφω κι εγώ για τη Βίσση και τον Καρβέλα;

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας –και αυτή η ειλικρίνεια με καλύπτει 100%– ξέρετε τι κάνω εγώ αυτή τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές; Πολύ απλά, γράφω κι εγώ για το θέμα που εσείς θέλετε να διαβάσετε!

Αλλά η διαφορά μου με τους άλλους είναι διπλή: Πρώτον, το παραδέχομαι ανοιχτά, χωρίς να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Δεύτερον, δεν το θεωρώ καθόλου κακό να προσφέρω αυτή τη μικρή δόση lifestyle «αποσυμπίεσης» που όλοι έχουμε ανάγκη.

Και για να συνεχίσω στο ίδιο ειλικρινές μονοπάτι, θα προσθέσω ένα-δυο πραγματάκια ακόμα. Όλο αυτό είναι η δουλειά μου. Οπότε, τι πιο ευχάριστο από το να γράφεις –πόσο μάλλον όταν δεν πιέζεσαι κιόλας– για πράγματα με τα οποία οι άλλοι διασκεδάζουν, και εσύ να μπορείς να καταθέτεις την άποψή σου πάνω σε αυτά επειδή σε διαβάζουν;

Δηλαδή, και δουλειά και ευχαρίστηση, μάγκες μου!


Discover more from FreeGossip.gr Lifestyle News

Subscribe to get the latest posts sent to your email.